Πηγαίνω, που λες, στο γάμο. Ισιώνω το μαλλί, βάζω την εξόδου και να’ μαι . Χαμόγελο και χάρη, «… Καλησπέρα σας!»
Φτάνω, λοιπόν, και τι να δω! Άλλο, παιδί μου, άλλο. Πω πω πω! Πώς λέει, γι’ αλλού κινήσαμε, γι’ αλλού… Α πα πα! Τι πούλια, τι χαρτούρα, τι κακό…! Ουφ, άστα, τι έπαθα. Σε βλάχικο γάμο πήγα. Ήμαρτον, Παναγία μου! Και να οι συμπεθέρες στη σειρά και να τα σόγια. Σφιγμένοι όλοι. Λέω στους δικούς μου, «Βαρύ τους έπεσε το μπάτσελορ!». Πού να φανταστώ!
Καθόμαστε και περιμένουμε για το μυστήριο. Παρατάσσονται άπαντες στις προκαθορισμένες θέσεις, κι εκεί που όλα κυλούν - πες – ομαλά, ανεβαίνει η κουμπάρα και σταματά τον αρχιψάλτη. Παίρνει το λόγο και λέω, «Αρχίζει το γλέντι; Μα πριν τα στέφανα; Βγαίνει η φίρμα η λαϊκή πριν τα μπαλέτα;» Ωχ, σκέφτομαι, πριν τον Ησαΐα μπαίνουν οι καλές υπογραφές. Και γίνεται … του προικοσύμφωνου.
Ανεβαίνει η καλή σου σινάμενη , λυγάμενη ισιώνει το Chanel, τις κοιτάζει στα μάτια και λέει: (Χωρίς λόγια, βέβαια. Δε μιλάς στο αίμα σου, το νιώθεις. Μπρρ … ανατριχιάζω.) «Κοιτάξτε, θα μιλήσω.»
Οι άλλες την κοιτούν, στα μάτια κι αυτές. Μαύρες, βλοσυρές και άτεγκτες. «Μίλα, να σε χαρώ… Να δω πού φτάνεις. Έλα!»
Κι αρχίζει. Γίνεται εισαγωγή, ξεκινά η ορχήστρα, παίρνει πόζα και λέει το πρώτο κουπλέ.
Παύση. Τις κοιτάζει ξανά: «Θα συνεχίσω…»
Την κόβουν… από πάνω ως κάτω. Το παιχνίδι έχει αγριέψει. «Αν τολμάς, τραγούδα.»
Αγέρωχη η κυρία, τινάζει την ανταύγεια … και ξεκινάει η ορχήστρα να παίζει το ρεφραίν. Κι εκεί που μπαίνει στον πρώτο φθόγγο… Μπουμ! Βγαίνει ο αρχιψάλτης, παίρνει πίσω το μικρόφωνο και ζητά να πει παραγγελιά δακρύβρεχτη, για τη ζωή του την πονεμένη… Εκεί λοιπόν, γίνεται το σώσε. Οι καλεσμένοι αγανακτούν: «Δεν είναι πράγματα αυτά!» Βγαίνουν έξω για τσιγάρο.
Έλα όμως που, εκείνη την ώρα, μέσα στην αναμπουμπούλα, μεταξύ άμβωνος και πίστας πέφτουν οι υπογραφές και κανονίζονται τα πανωπροίκια. Δίνουν τα χέρια, τέλος.
Μετά τα ξέρεις. Για τα μάτια του κόσμου στέκονται κοντά, αλλά να … σε απόσταση, πες. Τι δουλειά έχει μια κυρία με τους βαρκάρηδες. Αυτοί πάλι, αρχίζουν τα σουξέ τα λιμανιάτικα και δως του και βάρα, βιολιτζή μου. Χαμός, σου λέω.
Κι έτσι βρίσκομαι 3 μέρες σ’ ένα γλέντι τρικούβερτο, κάτω απ΄ το μουσαμά (καραγκιόζ’ μπερντέ , σου λέω ), να μου σερβίρουν χοντρό (ξέρεις, κρέας προβατίνας) στη λαδόκολλα, ούτε μαχαίρι (σιγά …) ούτε πιρούνι και να παίζει ο μελαμψός μέχρι να σκάσει ο Χάρος…
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου