Δημοφιλείς αναρτήσεις

Πέμπτη 28 Ιουλίου 2011

πλΑΝήτες


  Η έκθεση της Σόφης γίνεται στον Πύργο. Θα οδηγήσω μέσα από την ενδοχώρα για να απολαύσω τις εναλλαγές του τοπίου.

  Περνώ το γυμνό βράχο του Ξώμπουργου κι αφήνω  πίσω μου το ηφαιστειακό τοπίο του Βώλακα. Ένα σκηνικό σεληνιακό, υποβλητικό. Οι τεράστιοι γκρίζοι όγκοι υπενθυμίζουν πόσοι άνθρωποι επέζησαν, επιβίωσαν κι εξελίχθηκαν σ’ αυτή την άνυδρη και άγονη κόγχη. Στο βάθος η Κολυμπήθρα και αριστερά ο Πάνορμος. Αιώνιος σύντροφος και δορυφόρος πιστός το νησάκι Πλανήτης ορίζει και ξεχειλώνει το άπειρο, το ως εδώ και το εφεξής.

  Πάνω στη στροφή ο Πύργος και στο κέντρο ο Πλανήτης της Σόφης. Μια γωνιά με μικρές και μεγάλες σφαίρες πολύχρωμες, που πάνω τους βολτάρουν σχοινοβάτες, παλιάτσοι, μάγειροι και κόκκινα πουλμανάκια της φυγής, της επιστροφής και της αναζήτησης..

  Ο δικός μου Πλανήτης είναι τρισδιάστατος ΄ το σύμπαν στο χρώμα του καρπουζιού και μέσα του μια μπάλα τουρκουάζ  χορεύει στο ρυθμό που προστάζει η κίνηση μιας κόκκινης βάρκας, που άλλοτε ισορροπεί και αρμενίζει κι άλλοτε ερευνά, ρίχνει άγκυρα ή τραβάει τη ρότα της.

  Πάνω σε τούτη τη μικρή στεριά ο γαλαξίας είναι σπαρμένος κάθε λογής σχήμα, χρώμα και ταυτότητα. Μέσα από βράχους, δορυφόρους, σφαίρες και καρπούζια η δική μου βάρκα προχωρεί. La nave va…  

Παρασκευή 15 Ιουλίου 2011

Σου - Ξου - Γου...κουφέτο!

 Πηγαίνω, που λες, στο γάμο. Ισιώνω το μαλλί, βάζω την εξόδου και να’ μαι . Χαμόγελο και  χάρη,     «… Καλησπέρα σας!»

     Φτάνω, λοιπόν, και τι να δω! Άλλο, παιδί μου, άλλο. Πω πω πω! Πώς λέει, γι’ αλλού κινήσαμε, γι’ αλλού… Α πα πα! Τι πούλια, τι χαρτούρα, τι κακό…! Ουφ, άστα, τι έπαθα. Σε βλάχικο γάμο πήγα. Ήμαρτον, Παναγία μου! Και να οι συμπεθέρες στη σειρά και να τα σόγια. Σφιγμένοι όλοι. Λέω στους δικούς μου, «Βαρύ τους έπεσε το μπάτσελορ!». Πού να φανταστώ!

     Καθόμαστε και περιμένουμε για το μυστήριο. Παρατάσσονται άπαντες στις προκαθορισμένες θέσεις, κι εκεί που όλα κυλούν - πες – ομαλά, ανεβαίνει η κουμπάρα και σταματά τον αρχιψάλτη. Παίρνει το λόγο και λέω, «Αρχίζει το γλέντι; Μα πριν τα στέφανα; Βγαίνει η φίρμα η λαϊκή πριν τα μπαλέτα;» Ωχ, σκέφτομαι, πριν τον Ησαΐα μπαίνουν οι καλές υπογραφές. Και γίνεται … του προικοσύμφωνου.

     Ανεβαίνει η καλή σου σινάμενη , λυγάμενη ισιώνει το Chanel, τις κοιτάζει στα μάτια και  λέει: (Χωρίς λόγια, βέβαια. Δε μιλάς στο αίμα σου, το νιώθεις. Μπρρ … ανατριχιάζω.) «Κοιτάξτε, θα μιλήσω.»

     Οι άλλες την κοιτούν, στα μάτια κι αυτές. Μαύρες, βλοσυρές και άτεγκτες. «Μίλα, να σε χαρώ… Να δω πού φτάνεις. Έλα!»

     Κι αρχίζει. Γίνεται εισαγωγή, ξεκινά η ορχήστρα, παίρνει πόζα και λέει το πρώτο κουπλέ.

     Παύση. Τις κοιτάζει ξανά: «Θα συνεχίσω…»

     Την κόβουν… από πάνω ως κάτω. Το παιχνίδι έχει αγριέψει. «Αν τολμάς, τραγούδα.»

     Αγέρωχη η κυρία, τινάζει την ανταύγεια … και ξεκινάει η ορχήστρα να παίζει το ρεφραίν. Κι εκεί που μπαίνει στον πρώτο φθόγγο… Μπουμ! Βγαίνει ο αρχιψάλτης, παίρνει πίσω το μικρόφωνο και ζητά να πει παραγγελιά δακρύβρεχτη, για τη ζωή του την πονεμένη… Εκεί λοιπόν, γίνεται το σώσε. Οι καλεσμένοι αγανακτούν: «Δεν είναι πράγματα αυτά!» Βγαίνουν έξω για τσιγάρο.

     Έλα όμως που, εκείνη την ώρα, μέσα στην αναμπουμπούλα, μεταξύ άμβωνος και πίστας πέφτουν οι υπογραφές και κανονίζονται τα πανωπροίκια. Δίνουν τα χέρια, τέλος.

     Μετά τα ξέρεις. Για τα μάτια του κόσμου στέκονται κοντά, αλλά να … σε απόσταση, πες. Τι δουλειά έχει μια κυρία με τους βαρκάρηδες. Αυτοί πάλι, αρχίζουν τα σουξέ τα λιμανιάτικα και δως του και βάρα, βιολιτζή μου. Χαμός, σου λέω.

     Κι έτσι βρίσκομαι 3 μέρες σ’ ένα γλέντι τρικούβερτο, κάτω απ΄ το μουσαμά  (καραγκιόζ’ μπερντέ , σου λέω ), να μου σερβίρουν χοντρό (ξέρεις, κρέας προβατίνας) στη λαδόκολλα, ούτε μαχαίρι (σιγά …) ούτε πιρούνι και να παίζει ο μελαμψός μέχρι να σκάσει ο Χάρος…

Τετάρτη 13 Ιουλίου 2011

Πες μου...

η συνείδησή σου ρώτα", μου λέει ο πατέρας μου κάθε φορά που τον κοιτάζω ικετευτικά σαν αδέσποτο. Η μάνα μου πάλι, μόνο για να του πάει κόντρα, ξεχνάει για λίγο τα πατερημά της και λέει ειρωνικά "Εγώ θα έκανα ό,τι τραβάει η ψυχή μου..". Κι εγώ, με το μυαλό στη συνείδηση και την καρδιά στα θέλω, το στρίβω.

Είναι Φεβρουάριος και πατάω πάνω στο παχύ ιβουάρ χαλί με τις καφέ ροζέτες και τα ολόλευκα κρόσια. Γονατίζω και, δαγκώνοντας το κάτω χείλος μη τυχόν και... (τέλος πάντων), τινάζω το χάλκινο στον αέρα και περιμένω. Κορώνα η ψυχή, γράμματα η συνείδηση. Σιγά μην ήταν αλλιώς. Τόσα βιβλία στα ράφια και τόσα  τετράδια  κεντημένα  σταυροβελονια  δεν  κρύβουν  τον  σπασίκλα! "Πρωτίστως το καθήκον!"

Το καθήκον που πριν καιρό μ΄έβαλε στο βαγόνι, άρον άρον χαράματα, να ταξιδεύω για...τσιγάρα τώρα, που τό΄κοψα, με φέρνει γονατιστή πάνω στις ροζέτες.

Δυο τέρμηνα μεσολαβούν μέχρι να ξαπλώσει το κέρμα. Δυο φορές βυθίζομαι στην άβυσσο και ξαναβγαίνω στον αφρό . Έτσι κι αλλιώς σιχαίνομαι τα ρομάντσα κι αυτό το κέρμα που στροβιλίζεται περιπαιχτικά το ξέρει, είμαι καλός στρατιώτης. Δε θα μ΄αφήσει να πονέσω...

Τινάζω τα χέρια μου σπασμωδικά. Λες;

Τό' ξερα!